
Ανιαρές εξομολογήσεις,
δεν έκανα ποτέ.
Αμέσως εξάλλου θα μαθευτεί, αν με κοιτάξεις.
Και αν κοιτάξεις δήθεν αλλού, το θολό σου μάτι,
όταν κοιμάσαι, θα το αντιληφθεί.
Θα αντιληφθείς και εσύ φυσικά, ένα πρωινό που ο καφές σου
δεν θα έχει την ίδια γεύση.
Μα, ξέχασα δεν πίνεις καφέ το πρωί,
εσύ που έχεις γευτεί τα καλύτερα μου, θα αντιληφθείς.
Τώρα κλείνεις τα μάτια και τα ανοίγεις, όσο χρειάζεται, για να ζαλιστείς, να ξεχαστείς.
Μα εσύ, που σκαρφάλωνες στον κορμό μου, έτρωγες τους καρπούς μου,
εσύ, που πάντα με έκανες να στριφογυρνώ – και όταν δεν είχα χέρια-
εσύ, που αλλάζεις τις σελίδες στα βιβλία, από νωρίς θα σηκωθείς, να ξεχαστείς.
Όταν σκαλίζεις την μύτη σου – ακόμα- και ξύνεις με χάρη το κεφάλι σου- ακόμα- έχεις πλάκα και σκέφτεσαι να ξεχαστείς, η καλύτερα να πας να μου βρεις,
χέρια, σε κάποια στεριά με βότσαλα- δαγκάνες- σε ένα κουτί, σε ένα μηχάνημα σε λούνα παρκ, που βάζεις νόμισμα και σου λέει το μέλλον.
Μια μακέτα με εξομολογήσεις, ποτέ ανιαρές, μα πάντα σου αφήνουν,
γεύση από τα περασμένα, σαν τον καφέ, που άλλαξε απότομα,
σε στροβιλίζουν σε ένα σύννεφο με χέρια, τα χέρια που ήθελες να μου φέρεις.
Και τα χειρότερα τα γεύτηκες και αυτά και σε μεθύσανε, σε ρίξανε σε οράματα ελπίδας και σε ‘ένα δράμα δίχως δάκρυα, δίχως ψυχή- μόνο σώμα-δίχως, που να πάρει, δίχως να καταλάβεις.
-όταν κορόιδευαν τους τυφλούς, δεν ήξερες-
και έγινες άνθρωπος δίχως μάτια, καμιά φορά, έψαχνα ένα ζευγάρι, να κοιτάζεσαι, να κοιτάζεις και να βλέπεις ότι βλέπω,
έψαχνα χέρια, να σε αγγίζω.
Και συνειδητοποιώ ότι αγαπώ το κόμμα- σε κώμα ήσουν- και δεν κατάλαβες ότι,
είμαι εμμονική και απόλυτη και είμαι, δεν κατάλαβες ότι είμαι.
Μα λίγο να κάνεις πως κοιτάς αλλού, εκρήξεις και αστραπές στα γυάλινα μάτια που σου αγόρασα, γίνονται,
γίνονται και μες στην λάμψη βλέπεις.
Ολόφρεσκος και πιο λευκός από το άσπρο ήταν ο έρωτας.
Το άσπρο δεν ξεθωριάζει, το κατάφερα και αυτό,
σάπισε, σαν μια φέτα ψωμί με μούχλα,
έγινε ο έρωτας μελαγχολικός, θλιμμένος –μόνος- τι γύρευε όμως κοντά μας, τι να έψαχνε να βρει;
Κοίτα με που χάλασα-και αυτό το κατάφερα-να διαλύσω κάτι σπασμένο, να διαλύσω τα δεκανίκια μου.
Κάθομαι εδώ, μια ώρα δύσκολη, παιδεύομαι να μπω μέσα-είναι κλειδωμένα-παιδεύομαι, εγώ όμως κλείδωσα.
Και όποιος διαβάζει σκέψεις, είναι χαζός, έλεγα-το έκανα και εγώ- έλεγα λοιπόν πως είναι πράξεις εγωιστικές ο έρωτας και προκύπτει από επιθυμίες.
Γύρισα και κοίταξα το μυαλό μου-να ναι καλά ο φωτογράφος- μα τι λέω δεν κοίταξα,
εσύ κοίταξες – με τα μάτια που σου χάρισα- και εγώ είδα.
Είδα θάλασσες να πεθαίνουν και άγρια λουλούδια-είδα και εσένα- και φόβους δικούς σου είδα,
είδα ελεύθερα να χω και μακριά μαλλιά, να μου κρύβουνε το πρόσωπο – που ήταν λέει παραμορφωμένο-είδα τα αγκάθια να μπήγονται βαθύτερα και τα ρόδα να μαραίνονται είδα.
Είδα και σένα, να παίρνεις την μορφή αυτή, που φοβάμαι και με κυνηγά τα βράδια.
Είδα και αγάλματα να κάνουν τελετές, να ξορκίζουν το κακό και να με καταριούνται-εμένα- που ξεθώριασα το λευκό.
Και τα δικά σου βράχια είδα, κοντά σε ένα σπιτικό –έμοιαζε με αυτό που έβλεπες με τα μάτια μου- είδα και εμένα, να αγγίζω τον κόσμο όλο με τα χέρια που δεν μου έδωσες, άγγιζα τον κόσμο όλο με τα χέρια σου.
Μια φορά γύρισες και εσύ να δεις -σαν μικρό παιδί που ανακαλύπτει πράγματα καινούρια και του φαίνονται σπουδαία- αργούσες να βγεις στην επιφάνεια, λιγόστευαν οι ανάσες- σου φώναζα να βουτήξεις πάλι αύριο, δεν άκουγες – και πνίγηκες εκεί μέσα, μόνος και τρομαγμένος, δεν πρόλαβα να σου εξηγήσω, να σε καθησυχάσω.
Ξύπνησες ανήσυχος- όνειρο ήταν είπα, δεν με πίστεψες – και ήταν ο καφές σου διαφορετικός και σου την βάρεσε να πιστέψεις πως ότι είδες ήταν αλήθεια.
Και τρόμαξες, καλέ μου, τρόμαξες τόσο πολύ πως θα πνιγείς.
Και έφτιαξες μια βαλίτσα, με καινούριο καφέ και αναπνευστήρα.
Το πρώτο τρένο δεν το πρόλαβες, μα πήρες το επόμενο.
Τσαλάκωσες χάρτινες μνήμες και τις καταχώνιασες στις τσέπες σου.
Έτσι απλώς, είπες, το ένιωσα σαν να ήρθε η ώρα,
άφησες τα μάτια στον πάγκο της κουζίνας, με ένα σημείωμα. Με μια ρηχή εξήγηση.
-έβγαλες τα μάτια πιο νωρίς, γι αυτό τρόμαξες, αν τα είχες αφήσει λίγο ακόμη, θα έβλεπες το όμορφο-
τα πολλά που θα αποκτήσεις, θα είναι πιο γκρι και κρύα από ποτέ.
τα λίγα που θα σου έδινα, για πάντα θα σε καίνε.
Αν για μια στιγμή δεν φοβόσουν, όλα θα ήταν αλλιώς.
Αν κάνεις πως κοιτάς αλλού, θα αντιληφθείς, μια μέρα που κάτι στον καφέ σου, στα ρούχα σου, στον καθρέφτη σου, κάτι θα έχει αλλάξει.
Και τότε, θα αντιληφθείς.
Μακάρι να μιλούσες στον ύπνο σου να πιάναμε κουβέντα, να σου έλεγα ότι δεν θα προλάβω ότι δεν θα μπορέσω να πω.
Και εσύ στον ύπνο σου, να είσαι ο εαυτός σου, αυτός που γεύτηκα-και τα καλύτερα σου και τα χειρότερα-
Και όταν δεν γυρίσεις, μόνη μου θα μείνω, να βλέπω τους νεκρούς να παλεύουν και τους ζωντανούς να πεθαίνουν.
Ανιαρές εξομολογήσεις,
δεν έκανα ποτέ.
Αμέσως εξάλλου θα μαθευτεί, αν με κοιτάξεις.
Και αν κοιτάξεις δήθεν αλλού, το θολό σου μάτι,
όταν κοιμάσαι, θα το αντιληφθεί.
Θα αντιληφθείς και εσύ φυσικά, ένα πρωινό που ο καφές σου
δεν θα έχει την ίδια γεύση.
Μα, ξέχασα δεν πίνεις καφέ το πρωί,
εσύ που έχεις γευτεί τα καλύτερα μου, θα αντιληφθείς.
Τώρα κλείνεις τα μάτια και τα ανοίγεις, όσο χρειάζεται, για να ζαλιστείς, να ξεχαστείς.
Μην ξεχαστείς πολύ πνοή μου.