Mar 5 2012

Το Ανθρώπινο Στίγμα.

“Ο χρόνος ο άχρονος,
ο άχρονος χρόνος.”

Έψαχνε να βρει τον στίχο.
Στην παραμύθα της, ανάσα.
Ήταν αθέμιτο αστείο, γρίζο.
Μαύρα σεντόνια, μυρωδιές.
Ανάμεσα σε μια κούπα τσάι
- κρύο τσάι – και το γέλιο του.

Έψαχνε να βρεί τον στίχο.
Σε ξεχαρβαλωμένο μονοπάτι, αναφιλητό.
Μισό λίτρο κρασί – λευκό κρασί-
και το σημάδι απ’το ποτήρι στο τραπέζι.
Το ράδιο να παίζει μουσικές,
να την κλέβουν μακριά απο τον στίχο της.

Έψαχνε να βρει τον στίχο.
Κι όμως υπήρχε κάποιος ήχος.
Έστησε αυτί, μάταια.
Ήταν αφοπλιστική τούτη η μοναξιά.
Ξημέρωμα στην μυστική ζωή της.
Κι ο ήλιος να βαραίνει πάνω της προφητικά.

Έψαχνε να βρεί τον στίχο.
Σ’ένα αθεράπευτα ρομαντικό είναι.
Μπλέ ζαχαρένια νερά, παγίδα.
Το πρόσωπο στην κόχη του λαιμού.
Λαβωμένη από τον έρωτα.
Βρήκε τον στίχο της λοιπόν.


Mar 3 2012

The Friday that change it all.

Is not that I’m thinking about it but I have a question..

Will you ever love me again like you did that February?


Feb 28 2012

Ανώνυμες Επιστολές.

No. 1

Ξέρεις κάτι ρε συ; Θα τα θυμάμαι αυτά τα βράδια. Τα ατελείωτα, γεμάτα αναμονή βράδια.
Θα σε θυμάμαι να με κοιτάς με μάτια γεμάτα υποσχέσεις. Υποσχέσεις που δεν θα μπορουσες
να κρατήσεις ούτε όταν θα καταστρεφόταν ο κόσμος και ένας καινούριος θα έπαιρνε την
θέση του. Ακόμη και σε αυτόν τον κόσμο και στον επόμενο και σε αυτόν μετά τον επόμενο
καλέ μου, αυτό μεταξύ μας δεν ήταν και ούτε θα είναι μια καλή ιδεά. Από το τίποτε
αποκτήσαμε τα πάντα και απο τα πάντα επιστρέψαμε στο τίποτα. Θα τα θυμάμαι ρε συ όλα
αυτά τα βράδια που και που. Όταν θα κάθομαι τις ηλιόλουστες μέρες στο μπαλκόνι με καφέ
και τσιγάρο, να γράφω για τα καινούρια μου βράδια.
Και τα πρωινά θα τα θυμάμαι, θεέ μου, αυτά το πρωινά. Θα τα θυμάμαι όταν ξαπλώνω μετά απο
κάποιο ξενύχτι και ίσως και να ελπιζω να ξυπνήσω σε αυτά. Γιατί είχε δίκιο ο Λειβαδίτης
όταν έλεγε “στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου έζησα όλη μου τη ζωή”. Και ξέρεις κάτι ρε συ;
Θα μου λείψει όλο αυτό. Θα μου λέίψει ο ήχος τον δαχτύλων σου πάνω στα πλήκτρα μου.
Πατούσες τα πλήκτρα μου – τσικ-τσικ-τσικ – και εγώ γέμιζα. Ο ήχος μέσα στο μυαλό μου
με γέμιζε, με έκανε ευτυχισμένη. Και θα το θυμάμαι εκέινο το βράδυ ρε συ, που μου τα πήρες
όλα πίσω, θα σε θυμάμαι να με κοιτάς με αλλαγμένο βλέμμα. Βλέμμα που υπονοεί ότι δεν είμαι
αρκετή για σενα. Θα συ θυμάμαι να με πληγώνεις, να μου λες πως είμαι τρελή. Κοίτα να δεις ρε
συ, ήμουν τρελή, τρελή για σένα.
Θα σε θυμάμαι να μου γελάς. Μου άρεσε τόσο πολύ να μου γελάς. Θυμάσε ρε συ ένα πρωινό στο δωμάτιο
μου; Σου έφτιαξα τσάι με άρωμα τριαντάφυλλο και εσύ μου γελούσες. Τα μάτια σου πετάγανε σπίθες
ρε εκείνο το πρωινό. Πάνω από όλα όμως θα θυμάμαι τις παύσεις μας και τισ σιωπές. Τίποτα δεν με
γέμιζε περισσότερο απο τις σιωπές μας.Δε μετανιώνω ρε συ. Γιατί ήσουν ένα λάθος που ήξερα ότι κάνω.
Γιατί έχω ζήσει ζωή γεμάτη με ποτέ και για πάντα, γεμάτη με ίσως. Γιατί αναλαμβάνω την ευθύνη.
Δε μετανιώνω γιατί ρε συ, για σενα έμενα ξύπνια τα βράδια μου και τα θυμάμαι αυτά τα βράδια.
Θα θυμάμαι τις νυχτιές με τα τσιγάρα Και πόσο γρήγορα τελειωναν. Να ανάβουμε το ένα μετά το
άλλο και να μιλάμε. Συνέχεια μιλάγαμε ρε συ, κακώς. Εγώ έτσι κι αλλιώς τισ σιωπές μας θα
θυμάμαι. Θα θυμάμαι και την πρώτη φορά που μου ζήτησες τσιγάρο. Εκεί στον λόφο που είχα μία
απο τις πιο μοναχικές βραδιές μου ρε συ. Μου προσεφερές και καραμέλα θυμάμαι. Έπρεπε να είχα
ακούσει την μαμά μου όταν μου έλεγε να μην πάιρνω καραμέλες απο αγνώστους. Μα εσύ άγνωστε, όλα μου
τα έδωσες και ας τα πήρες πίσω. Και εγώ για αντάλαγμα, θα τα θυμάμαι όλα. Και νε ρε συ, θα μου λέιψουν
αυτά τα βράδια και τα πρωινά. Θα μου λέιψει να μου γελάς. Θα μου λέιψεις ρε.


Feb 19 2012

Οι μέρες στο κρεβάτι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6.

Ήταν γυμνοί, ξαπλωμένοι. Της χάιδευε τα μαλλιά με μια μουσικότητα και τα μακριά μαλλιά της χόρευαν στους ρυθμούς του. Είχε τα μάτια της κλειστά και η αναπνοή της ήταν σταθερή, αποφασιστική. Τα χέρια του κατέβηκαν στον  λαιμό της και ένα αγνό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Την τράβηξε με δύναμη κοντά του και την αγαλλίασε σφιχτά.
-    Σε θέλω, της ψιθύρισε με τρεμάμενη φωνή.
-    Κάντε με ότι θέλετε.
Όρμησε με μανία πάνω στο γυμνό της στήθος, την δάγκωνε με μια λατρεία, σαν πιστός που προσκυνά  τις άγιες εικόνες, προσκυνά τα θεία στήθη της.
Την κάνει δική του. Εκεί, στο λευκό κρεβάτι, γίνονται ένα.
-Τι μπορεί να πάει στραβά όταν δύο σώματα ενώνονται με έναν τόσο μαγικό τρόπο;
- Ο χρόνος καλή μου.

Ήταν πάλι εκεί. Πάλι δικός της. Το είχε οραματιστεί, το λευκό δωμάτιο, τον άντρα, την αρρώστια, όλα. Και ναι, ζούσε για τις στιγμές αυτές της τρυφερότητας που πολύ πριν γεννηθεί είχε νιώσει. Αυτή ήθελε να μετατρέπει όλες της τις ιστορίες σε ερωτικές. Όταν για μερικά λεπτά, πάνω σε αυτό το λευκό κρεβάτι γινόταν ο άρρωστος άντρας και ο άρρωστος άντρας γινόταν αυτή, τότε συνέβαινε η «θεραπεία». Η θεραπεία μιας ανίατης ασθένειας.
Και ναι, ένιωθε μικρή μπροστά στα συναισθήματα που αναβλύζουν μέσα από δύο γυμνά σώματα. Ένιωθε μικρή μπροστά σε κάθε συναίσθημα ακόμη και αν ήξερε με απόλυτη συνέπεια πόσο μεγάλο ήταν το έργο που είχε αναλάβει. Αυτή ήταν το κλειδί, αυτή η θεραπεία. Και πρέπει να βρει τον τρόπο. Τον τρόπο να καταστραφεί προκειμένου να σώσει τον άρρωστο άντρα.
Αποκοιμιούνται αγκαλιά, ακίνητοι.


Dec 13 2011

Οι μέρες στο κρεβάτι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Απο μικρό παιδί θυμάται την σκέψη του να τρέχει. Την παρομοίαζε με ένα μικρό ξανθό αγόρι,
με σβησμένα χαρακτηριστικά. Θυμάται καθαρά την εικόνα. Ένα λιβάδι γεμάτο μαργαρίτες, ένα λιβάδι
χωρίς τελειωμό. Το ξανθό αγόρι να τρέχει να ξεφύγει και καθώς οι μαργαρίτες αγγίζουν το παδικό
του σώμα, αυτό διαχωρίζεται σε χιλιάδες όμοια ξανθά αγόρια, πάντα με σβησμένα χαρακτηριστικα.
Απο παιδί θυμάται, έτρεχε η σκέψη του. Στο σχολείο ήταν ατίθασος και είχε έλλειψη
συγκέντρωσης. Οι δάσκαλοι τον χαρακτηριζαν φαντασιόπληκτο μα αυτός πάντα χαμογελούσε.
Κοιτάζει με αγωνία τον καθρέπτη. Που πήγε αυτό το χαμογελαστό αγόρι; Πόιος είναι
αυτός ο σκυθρωπός άντρας; Ψιλαφίζει μια μια τις ρυτίδες του προσώπου αυτού και τα δάκρυα του
καίνε τα μάγουλα.Χαρακτηριστικά που παραμένουν σβησμένα και τα ξανθά μαλλιά έχουν πλέον
γκριζάρει. Οι σακούλες στα μάτια μαρτυράνε την ηλικία του, κουρασμένη ηλικία. Τον ξέρει καλά
αυτόν τον σκυθρωπό άντρα. Μοιραστήκανε μαζί τα βαθύτερα μυστικά, την σκέψη του που ακόμη τρέχει.
Το ξέρει καλά αυτό το πρόσωπο και καθώς αγγίζει τις ρυτίδες του, τις ονομάζει.
Ονόματα απο ένα ξεχασμένο παρελθόν, μια πληρωμένη αιωνιότητα. Αυτό ήταν το τίμιμα λοιπόν, μια ρυτίδα για κάθε ψυχη
που πλήγωσε, για κάθε άνθρωπο που σημάδεψε, για κάθε μοίρα που σακάτεψε.
Απο παιδί έτρεχε η σκέψη του. Θυμάται να κάθεται βαριεστημένα, πάντα στα πίσω θρανία της άιθουσας και
όταν τον ρώταγαν τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει απάντουσε με υπερηφάνεια: άνθρωπος.
Τώρα λοιπόν ανάμεσα σε χαλάσματα, έναν καθρέπτη και αρκετά χιλιόμετα μακρία απο την Αθήνα,
αναρωτιέται αν το πετυχε.
Αυτό ήταν λοιπόν το τίμιμα για όλη την ζημία που προκάλεσε; Η αμφιβολία έγινε ο μεγαλύτερος
εχθρός του. Η αμφιβολία κομμάτιασε κάθε τι ανθρώπινο μέσα του, κατασπάραξε τα σωθικά του.
Η αμφιβολία λοιπόν, ζιζάνιο που μόλυνε το μυαλό του.
Αυτός πάντα μπορούσε να κοιτάζει ένα αντικέιμενο και να βλέπει μέσα σε αυτό, η μέσα απο αυτό.
Το ίδιο έκανε και με τους ανθρώπους.
Η νεαρή κοπέλα  ανοιγόκλεισε τα μάτια και με μια γροθιά έσπασε τον καθρέπτη.

Ξύπνησε καταϊδρωμένη και γεμάτη πανικό. Αυτός ήταν στο μπαλκόνι και αγνάντευε την θάλασσα.
- Είδα ένα προφητικό όνειρο.
- Το γνωρίζω.
- Μια μέρα θα φύγουμε από αυτό το ξεθωριασμένο δωμάτιο.
- Και αυτό το γνωρίζω.
- Τι κόλπα παίζετε;
- Υπάρχει μια προετοιμασία.
- Τι άλλο ξέρετε;
- Μια μέρα θα γίνεις σαν και μένα.
- ΑΥΤΟ ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ, ούρλιαξε η νερή κοπέλα και έτρεξε στο μπάνιο.
Δεν ήθελε να κλαίει μπροστά του. Το μισούσε αυτό το μπάνιο. Όλα τα μισούσε. Και το μπάνιο και το λευκό δωμάτιο
και το μπαλκόνι με θέα την θάλασσα. Μισούσε τον εαυτό της και τον άρρωστο άντρα.
Είχε όμως μια ακατανίκητη λατρεία στην αρρώστια του. Ένιωθε την ανάγκη να την μελετήσει. Κοίταξε κλεφτά τον
καθρέπτη, το ίδιο πρόσωπο, ο σκυθρωπός άντρας.

Όταν βγήκε απο το μπανιο, ο άντρας ήταν ξαπλωμένος γυμνός στο κρεβάτι.
- Δείνχεις αναστατωμένη.
- Η θάλασσα με μεναγχολέι.
- Ξάπλωσε δίπλα μου.
Αυτή έβγαλε την μάυρη σατέν ρόμπα της με μία κίνηση και κούρνιασε στην αγγαλιά του.
Αυτός έδειχνε πολύ κουρασμένος.
- Η αρρώστια σαν κερδίζει όλο και πιο πολύ. Έφτασε στα μάτια σας, στην φωνή σας.
Ο άντρας δεν μίλησε, έγνεψε καταφατικά και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Κοιμήθηαν με την πόρτα της βεράντας
ανοιχτή. Ο αέρας την θάλσσας ανανέωσε το δωμάτιο, ανανέωσε την σχέση τους.


Nov 19 2011

Το γράμμα.

Αγαπημένε μου,

Παρασκευή σήμερα, κίνηση στους δρόμους, κόσμος στις πλατείες, παρόλο το τσουχτερό κρύο, φωνές και φώτα. Εγώ κάθομαι πάλι μόνη μου, στο γνωστό βρώμικο και θλιβερό καταγώγι. Πίνω διπλό ουίσκι και σε σκέφτομαι. Η σκέψη σου έχει γίνει συνώνυμο με τον πόνο που νιώθω στα σπλάχνα μου κάθε μέρα που ξυπνάω.

Το μέλλον μας είναι αβέβαιο και εγώ δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου. Βλέπω την ζωή σου στο πρόσωπο σου, αυτήν που είχες και αυτήν που θα ‘χεις. Αγαπώ το πρόσωπο αυτό, μου λέει όλα τα μυστικά σου. Πήρα λοιπόν το θάρρος να σου γράψω αυτό το γράμμα.

Θέλω να γίνω τα χέρια σου, να αγγίζεις και να το νιώθω με όλα τα κύτταρα μου.Θέλω να γίνω τα πόδια σου. Να τρέχουν να σε κρύψουν και ταυτόχρονα να σε οδηγούν σε εμένα. Θέλω να γίνω ο τόπος σου, να ξεκουράζεις την ανάσα σου ανάμεσα στα ανοιχτά μου πόδια. Θέλω να γίνω ο τόπος σου. Να σκίζεις με την βάρκα σου τα νερά του κορμιού μου. Θέλω να γίνω το αγαπημένο σου μέρος. Να φεύγεις από μένα αναζητώντας την ελευθερία και να την βρίσκεις παρά μόνο όταν γυρνάς σε μένα ξανά. Θέλω να γίνεις ο τόπος μου. Θέλω να γεμίσεις από μένα, να μου τα πάρεις όλα. Να με αδειάσεις από τον εαυτό μου και να με γεμίσεις με τον δικό σου. Φιλιά θέλω να με γεμίσεις και παραμύθια. Θέλω να καταστρέψεις ό, τι έχω και να το φτιάξουμε από την αρχή μαζί.

Θέλω να κοιμάσαι πάνω στο στήθος μου. Να ακούς την ανάσα μου σαν τραγούδι και αυτή να σε παρακαλάει για ένα λεπτό πνοής απ’ την πνοή σου. Να με καταστρέψεις θέλω. Να γίνω η αγαπημένη σου κατάχρηση και εσύ το σκληρό ναρκωτικό μου. Θέλω οι ορμόνες σου να με χτυπάνε με μανία και να μου αφήνουν ανεξίτηλα στον χρόνο σημάδια.  Θέλω να φωνάζεις απεγνωσμένα το όνομα μου μες στην νύχτα και όταν ξυπνάς από τους εφιάλτες να είμαι δίπλα σου και να σου δίνομαι ολάκερη. Να με θέλεις θέλω. Θέλω να σε κάνω τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο σε τούτον τον πλανήτη, να σπάει η καρδία σου από ευτυχία. Να μην σου λείψει τίποτα θέλω.
Θέλω να κατακτήσουμε τις νύχτες όλες. Να ξεπεράσουμε τα όρια, να κατευνάσουμε όλες μας τις αμφιβολίες. Θέλω να ξεγυμνωθούμε χωρίς φόβο, να σβήσει αυτή η λέξη μια για πάντα, να πάψει να υπάρχει. Θέλω την ύστατη στιγμή που θα μπήγω τα νύχια μου στο γυμνό κορμί σου να ζω για εσένα μόνο. Θέλω να με θέλεις. Το εγώ και εσύ να γίνει εμείς θέλω.

Σε θέλω.


Nov 14 2011

Θα συναντηθούμε στο ξημέρωμα.

Μια μορφή ασφυκτική.
Παλεύει βίαια με τον χρόνο.
Παρατηρεί.
Παρατηρητής του εαυτού σου.
Επιχειρείς να συλλάβεις την σκηνή.
Προορισμός που αγνοούσες.
Αδιέξοδο.

Κοιτάζεις με μάτια κλειστά.
Γλιστράς.
Κυρίως προς τα πλάγια.
Ψάχνεις τον χώρο.
Με μάτια γουρλωμένα.
Νοτισμένο το χώμα,
με μικρές στιγμές νοθείας.

Ποιός θα σε περιγελάσει σήμερα;
Ποιός χαλασμένος θα σε αγγίξει;

Μια ζεστή μορφή.
Φιγούρα υπερβατική.
Θα συναντηθούμε στο ξημέρωμα.
Θα σου βρέξω τα χείλη,
πάνω απο τις μνήμες του κόσμου.
Θα χαράζει στα μάτια μας επάνω.
Οράματα.

Θα συνατηθούμε στο ξημέρωμα,
όταν φύγουν οι σκιές.

Θα συναντηθούμε στο ξημέρωμα.
Στο τέλος της μέρας,
μένω μόνο εγώ,
να περιμένω το επόμενο.

Είναι η Απώλεια τελικά
που κάνει βήματα.
Κάνει αρχές.
Διαγράφει.


Nov 12 2011

Οι μέρες στο κρεβάτι.

Κεφάλαιο 4.

Ξυπνάει αναστατωμένος, κοιτάζει το μαύρο ρολόι, καρφωμένο στον ολόλευκο τοίχο.
Τέσσερις και πέντε πρώτα λεπτά. Τι όμορφη αντίθεση, σκέφτηκε. Αυτή κοιμόταν δίπλα του
γυμνή. Έβλεπε τον θώρακα της καθώς ανέπνεε και προσπαθούσε να συγχρονίσει την αναπνοή του
με την δική της. Δεν ήθελε να την ξυπνήσει, κοιμόταν τόσο όμορφα και ήρεμα.
Είναι όμορφη, πολύ όμορφη. Το δεέρμα της είναι λευκό και ψυχρό, βρίσκεται σε απόλυτη
αρμονία με το δωμάτιο. Τα χείλη της είναι πάντα κόκκινα και υγρά. Τα μαλλιά της ολόισια,
στολίζουν με χάρη τους ώμους της, μαύρα μαλλιά.
Είχε στύση. Την πιάνει από τον λαιμό σφιχτά, χωρίς αυτή να αντιδράσει της ανοίγει απότομα
τα πόδια και μπαίνει μέσα της. Τα χείλη μα και τα δάχτυλα των χεριών της, τρέμουν απο ηδονή.
Αυτός κλαίει. Της σφίγγει όλο και πιο δυνατά τον λαιμό, μπαινοβγαίνει δυνατά μέσα της
και μουγκρίζει σαν αγριο ζώο. Τελείωσε πάνω στο στήθος της. Αυτή δεν κουνήθηκε καθόλου ούτε
άνοιξε τα μάτια της. Τώρα κοιμούνται σιωπηλά και οι δύο.

Τικ-τοκ.
Τικ-τοκ.
Τικ-τοκ.
Το μαύρο ρολόι στέκει ακόμη στον τοίχο, αλάνθαστο. Ο χρόνος δεν κάνει λάθη. Οκτώ ακριβώς.
Αυτή ανοίγει τα μάτια.
- Με ενοχλέι αυτό το ρολόι, λέει στον ήδη ξύπνιο άντρα.
- Δεν μπορείς να κάνεις κάτι για τον χρόνο που περνάει.
- Ο χρόνος μαζί σας, περνάει πολύ γρήγορα.
- Καλύτερα για σένα.
- Εαν μπορούσατε να παίξετε μαζί του, θα τον γυρνούσατε πίσω η μπροστά;
- Μπροστά.
- Γιατί αυτό;
- Δεν θέλω να ζήσω την αρρώστια.
- Η αρρώστια σας κυριεύει όλο και πιο πολύ, έφτασε στα μάτια σας, στην φωνή σας.
- Είμαι εξαντλήμένος.

Ο άντρας αποκοιμήθηκε. Η νεαρή κοπέλα κατευθήνθηκε προς το μπάνιο. Έμεινε πολύ ώρα
κάτω απο το νερό, έκλαιγε. Έπειτα ξάπλωσε γυμνή και υγρή δίπλα του.
Η αναπνοή του ήταν συγχρονισμένη με την κίνηση του χεριού της, πάνω στην κλειτορίδα της.
Έβγαλε έναν μικρό ήχο ικανοποίησης, έγλειψε τα δάχτυλα της και αποκοιμήθηκε δίπλα του.


Nov 7 2011

Fact.

Όταν εμείς γράφουμε, αυτοί που αγαπάμε κοιμούνται.


Oct 10 2011

Εγώ το διάλεξα.

εγώ διάλεξα να ξοδευτώ.
σε φόβους μαραμένους.
σε εκτάσεις ξεχασμένες.
είναι σύγχυση,
αδιέξοδοι δρόμοι είναι.
πάντα οι δρόμοι είναι.
εγώ διάλεξα να ξοδευτώ.
σε χρώματα που δεν μου πάνε.
σε δρόμους πεινασμένους.
πάντα οι δρόμοι είναι.

εγώ διάλξα να κυλιστώ.
να ανοίξω τα πόδια μου, να γελάσω.
σ’ένα ταξίδι με μπαλόνια[κόκκινα]
σ’ένα σκοτεινό καταγώγι.
εγώ διάλεξα να κυλιστώ.
όπως τα τραγούδια που λέγονται μόνο στο αυτί.
σ’ένα λημέρι ανήσυχο.
σε αυτά που ανασάναμε.

εγώ διάλεξα να ξοδευτώ.
πάνω απο την στάχτη.
που τυλίγει το κορμί μου.
και βουλώνει τισ ρωγμές.
του ραγισμένου μου ουρανού.
εγώ διάλεξα να κυλιστώ.
σε αγκάθια να τρυπίεμαι.
εγώ διάλεξα να ξοδευτώ.
σε χάρτινους κανόνες.
και σ’ενα παραπεταμένο ολοκαύτωμα.
σε μουσικές που μοιάζουνε με κλάμα.
σε μια περήφανη κούραση.
διάφανα τα τραύματα μου.
θεριά ανήμερα.
και θα με φάνε.

εγώ διάλεξα να γίνω.
δειλή.
να μου μιλάς ήθελα μόνο.
και να ξεχνάω.
τι γίνομαι.


Stop censorship