Wednesday, February 3, 2010

Perfection.

retro_morning_______by_gnato2

Προϊόν ελαττωματικό.

Αγαπητοί καταναλωτές,

Οι εκπτώσεις μόλις άρχισαν.

Προσφορές συναισθημάτων.

Σκορπίστε την σπατάλη σας.

Προσφορές φθήνιας.

Τέσσερις τοίχοι.

Διάφανοι.

Δύο ανάσες.

Και οι δυο δικές μου.

Μια από μένα.

Μια για μένα.

Θαμπώνουν το τζάμι

και χαράζω λέξεις.

Ισορροπία.

Βλάβη.

Προϊόν.

Μιας ανταρσίας.

Τοίχοι ελαττωματικοί.

Σαν και μένα.

Η ελαττωματική.

Λέξεις.

Ραγίζουν τις κραυγές μου

και αυτές με την σειρά τους,

ραγίζουν τους τοίχους.

Κραυγές που διαπερνούν το δέρμα.

Και κυλάνε στο αίμα.

Ελαττωματικό προϊόν.

Ενός εξαφανισμένου θεού.

Που δημιουργεί όντα,

ελαττωματικά.

Δημιούργημα ελαττωματικό.

Η ελαττωματική.

Προσφορές επανάληψης.

Τέσσερις τοίχοι.

Φυλακίζουν σκέψεις.

Φυλακίζουν ανάσες.

Γκρεμίζονται σε κάθε σιωπή.

Ελαττωματικοί τοίχοι.

Εγώ.

Η ελαττωματική.

Προσφορές στην μιζέρια.

Προσφορές στην υποκρισία.

Όταν δεν παρέχεται προστασία,

αναπνέω την σαπίλα σας.

Και μοιάζει με θάνατο μικρού παιδιού.

Για μένα, τέλος οι εκπτώσεις.

Είμαι προϊόν ελαττωματικό.

Εγώ.

Η ελαττωματική.

Μα θα πληρώσετε ακριβά.

Για μένα, τέλος οι εκπτώσεις.

Αγαπητέ καταναλωτή,

άντε γαμήσου.

Posted by mpo0l4coP in 21:17:18 | Permalink | No Comments »

Μια φράση για τίτλο, άτιτλο.

16469_367323080051_367317945051_10298198_6476340_n

Ανιαρές εξομολογήσεις,

δεν έκανα ποτέ.

Αμέσως εξάλλου θα μαθευτεί, αν με κοιτάξεις.

Και αν κοιτάξεις δήθεν αλλού, το θολό σου μάτι,

όταν κοιμάσαι, θα το αντιληφθεί.

Θα αντιληφθείς και εσύ φυσικά, ένα πρωινό που ο καφές σου

δεν θα έχει την ίδια γεύση.

Μα, ξέχασα δεν πίνεις καφέ το πρωί,

εσύ που έχεις γευτεί τα καλύτερα μου, θα αντιληφθείς.

Τώρα κλείνεις τα μάτια και τα ανοίγεις, όσο χρειάζεται, για να ζαλιστείς, να ξεχαστείς.

Μα εσύ, που σκαρφάλωνες στον κορμό μου, έτρωγες τους καρπούς μου,

εσύ, που πάντα με έκανες να στριφογυρνώ – και όταν δεν είχα χέρια-

εσύ, που αλλάζεις τις σελίδες στα βιβλία, από νωρίς θα σηκωθείς, να ξεχαστείς.

Όταν σκαλίζεις την μύτη σου – ακόμα- και ξύνεις με χάρη το κεφάλι σου- ακόμα- έχεις πλάκα και σκέφτεσαι να ξεχαστείς, η καλύτερα να πας να μου βρεις,

χέρια, σε κάποια στεριά με βότσαλα- δαγκάνες- σε ένα κουτί, σε ένα μηχάνημα σε λούνα παρκ, που βάζεις νόμισμα και σου λέει το μέλλον.

Μια μακέτα με εξομολογήσεις, ποτέ ανιαρές, μα πάντα σου αφήνουν,

γεύση από τα περασμένα, σαν τον καφέ, που άλλαξε απότομα,

σε στροβιλίζουν σε ένα σύννεφο με χέρια, τα χέρια που ήθελες να μου φέρεις.

Και τα χειρότερα τα γεύτηκες και αυτά και σε μεθύσανε, σε ρίξανε σε οράματα ελπίδας και σε ‘ένα δράμα δίχως δάκρυα, δίχως ψυχή- μόνο σώμα-δίχως, που να πάρει, δίχως να καταλάβεις.

-όταν κορόιδευαν τους τυφλούς, δεν ήξερες-

και έγινες άνθρωπος δίχως μάτια, καμιά φορά, έψαχνα ένα ζευγάρι, να κοιτάζεσαι, να κοιτάζεις και να βλέπεις ότι βλέπω,

έψαχνα χέρια, να σε αγγίζω.

Και συνειδητοποιώ ότι αγαπώ το κόμμα- σε κώμα ήσουν- και δεν κατάλαβες ότι,

είμαι εμμονική και απόλυτη και είμαι, δεν κατάλαβες ότι είμαι.

Μα λίγο να κάνεις πως κοιτάς αλλού, εκρήξεις και αστραπές στα γυάλινα μάτια που σου αγόρασα, γίνονται,

γίνονται και μες στην λάμψη βλέπεις.

Ολόφρεσκος και πιο λευκός από το άσπρο ήταν ο έρωτας.

Το άσπρο δεν ξεθωριάζει, το κατάφερα και αυτό,

σάπισε, σαν μια φέτα ψωμί με μούχλα,

έγινε ο έρωτας μελαγχολικός, θλιμμένος –μόνος-  τι γύρευε όμως κοντά μας, τι να έψαχνε να βρει;

Κοίτα με που χάλασα-και αυτό το κατάφερα-να διαλύσω κάτι σπασμένο, να διαλύσω τα δεκανίκια μου.

Κάθομαι εδώ, μια ώρα δύσκολη, παιδεύομαι να μπω μέσα-είναι κλειδωμένα-παιδεύομαι, εγώ όμως κλείδωσα.

Και όποιος διαβάζει σκέψεις, είναι χαζός, έλεγα-το έκανα και εγώ- έλεγα λοιπόν πως είναι πράξεις εγωιστικές ο έρωτας και προκύπτει από επιθυμίες.

Γύρισα και κοίταξα το μυαλό μου-να ναι καλά ο φωτογράφος- μα τι λέω δεν κοίταξα,

εσύ κοίταξες – με τα μάτια που σου χάρισα- και εγώ είδα.

Είδα θάλασσες να πεθαίνουν και άγρια λουλούδια-είδα και εσένα- και φόβους δικούς σου είδα,

είδα ελεύθερα να χω και μακριά μαλλιά, να μου κρύβουνε το πρόσωπο – που ήταν λέει παραμορφωμένο-είδα τα αγκάθια να μπήγονται βαθύτερα και τα ρόδα να μαραίνονται είδα.

Είδα και σένα, να παίρνεις την μορφή αυτή, που φοβάμαι και με κυνηγά τα βράδια.

Είδα και αγάλματα να κάνουν τελετές, να ξορκίζουν το κακό και να με καταριούνται-εμένα- που ξεθώριασα το λευκό.

Και τα δικά σου βράχια είδα, κοντά σε ένα σπιτικό –έμοιαζε με αυτό που έβλεπες με τα μάτια μου- είδα και εμένα, να αγγίζω τον κόσμο όλο με τα χέρια που δεν μου έδωσες, άγγιζα τον κόσμο όλο με τα χέρια σου.

Μια φορά γύρισες και εσύ να δεις -σαν μικρό παιδί που ανακαλύπτει πράγματα καινούρια και του φαίνονται σπουδαία- αργούσες να βγεις στην επιφάνεια, λιγόστευαν οι ανάσες- σου φώναζα να βουτήξεις πάλι αύριο, δεν άκουγες – και πνίγηκες εκεί μέσα, μόνος και τρομαγμένος, δεν πρόλαβα να σου εξηγήσω, να σε καθησυχάσω.

Ξύπνησες ανήσυχος- όνειρο ήταν είπα, δεν με πίστεψες – και ήταν ο καφές σου διαφορετικός και σου την βάρεσε να πιστέψεις πως ότι είδες ήταν αλήθεια.

Και τρόμαξες, καλέ μου, τρόμαξες τόσο πολύ πως θα πνιγείς.

Και έφτιαξες μια βαλίτσα, με καινούριο καφέ και αναπνευστήρα.

Το πρώτο τρένο δεν το πρόλαβες, μα πήρες το επόμενο.

Τσαλάκωσες χάρτινες μνήμες και τις καταχώνιασες στις τσέπες σου.

Έτσι απλώς, είπες, το ένιωσα σαν να ήρθε η ώρα,

άφησες τα μάτια στον πάγκο της κουζίνας, με ένα σημείωμα. Με μια ρηχή εξήγηση.

-έβγαλες τα μάτια πιο νωρίς, γι αυτό τρόμαξες, αν τα είχες αφήσει λίγο ακόμη, θα έβλεπες το όμορφο-

τα πολλά που θα αποκτήσεις, θα είναι πιο γκρι και κρύα από ποτέ.

τα λίγα που θα σου έδινα, για πάντα θα σε καίνε.

Αν για μια στιγμή δεν φοβόσουν, όλα θα ήταν αλλιώς.

Αν κάνεις πως κοιτάς αλλού, θα αντιληφθείς, μια μέρα που κάτι στον καφέ σου, στα ρούχα σου, στον καθρέφτη σου, κάτι θα έχει αλλάξει.

Και τότε, θα αντιληφθείς.

Μακάρι να μιλούσες στον ύπνο σου να πιάναμε κουβέντα, να σου έλεγα ότι δεν θα προλάβω ότι δεν θα μπορέσω να πω.

Και εσύ στον ύπνο σου, να είσαι ο εαυτός σου, αυτός που γεύτηκα-και τα καλύτερα σου και τα χειρότερα-

Και όταν δεν γυρίσεις, μόνη μου θα μείνω, να βλέπω τους νεκρούς να παλεύουν και τους ζωντανούς να πεθαίνουν.

Ανιαρές εξομολογήσεις,

δεν έκανα ποτέ.

Αμέσως εξάλλου θα μαθευτεί, αν με κοιτάξεις.

Και αν κοιτάξεις δήθεν αλλού, το θολό σου μάτι,

όταν κοιμάσαι, θα το αντιληφθεί.

Θα αντιληφθείς και εσύ φυσικά, ένα πρωινό που ο καφές σου

δεν θα έχει την ίδια γεύση.

Μα, ξέχασα δεν πίνεις καφέ το πρωί,

εσύ που έχεις γευτεί τα καλύτερα μου, θα αντιληφθείς.

Τώρα κλείνεις τα μάτια και τα ανοίγεις, όσο χρειάζεται, για να ζαλιστείς, να ξεχαστείς.

Μην ξεχαστείς πολύ πνοή μου.

Posted by mpo0l4coP in 21:10:52 | Permalink | No Comments »

Monday, January 25, 2010

Μόνο να μην με λυπηθείτε.

1210606878827261

Aυτο συμβαινει οταν το παιδι μεσα μου πεθαινει.
γίνομαι ο άνθρωπος με το σβησμένο πρόσωπο.
γίνομαι ο εαυτός μου που φοβάμαι.
και τα τραυματα μου, γίνονται θηρία να με φάνε.
και εσύ ακομη να μου πεις πως με αγαπας…
μάσκα πάνω στην μάσκα.
εκπτώσεις συναισθημάτων.
προσφορές σάρκας.
διάφανη, διαπερατή, εύκολα εμένα με ξεχνουν.
στις μέρες εκείνες[συκώνω το ποτήρι]
και με βιάζει η σκιά μου.
και τελειωμό δεν έχει.
οτι ειμαι με περιμενει, καθε μερα πανω απο το κεφαλι μου.
εγω παραιτούμε.
φωνάξτε άλλον να κάνει την ζωή μου.
και εγώ θα πίνω στην υγεία του,
μέχρι να σαπίσει το συκώτι μου.

εγώ τα χάλασα τα σωθικά μου.

θα τα ξεράσω τώρα.

να τα φάω,

και να χορτασω σαπίλα.

μην με κατηγορείς.

αυτό είχα,

αυτό έδωσα.

και αν άυριο μου ζητήσεις κι άλλο,

αυτό θα είναι πάλι.

αυτό είναι όλο.

αυτό ήταν όλο?

*δεν άντεξα να μην σε αγαπήσω και ας σε εκμεταλλεύτηκα και ας έπαιξα μαζί σου, δεν άντεξα να μην σε αγαπήσω και ας το παίζω σκληρή και ας μην ήμουν δίκαιη μαζί σου*

κρίμα, τα κόκκινα μαλλιά μου ταιριάζαν τόσο πολύ με το πράσινο δωμάτιο και πάπλωμα σου (:

Posted by mpo0l4coP in 02:57:30 | Permalink | No Comments »

Monday, January 11, 2010

Εγώ το διάλεξα.

trap_of_fairy_tales_by_annmei

εγώ διάλεξα να ξοδευτώ.
σε φόβους μαραμένους.
σε εκτάσεις ξεχασμένες.
είναι σύγχυση,
αδιέξοδοι δρόμοι είναι.
πάντα οι δρόμοι είναι.
εγώ διάλεξα να ξοδευτώ.
σε χρώματα που δεν μου πάνε.
σε δρόμους πεινασμένους.
πάντα οι δρόμοι είναι.

εγώ διάλξα να κυλιστώ.
να ανοίξω τα πόδια μου, να γελάσω.
σ’ένα ταξίδι με μπαλόνια[κόκκινα]
σ’ένα σκοτεινό καταγώγι.
εγώ διάλεξα να κυλιστώ.
όπως τα τραγούδια που λέγονται μόνο στο αυτί.
σ’ένα λημέρι ανήσυχο.
σε αυτά που ανασάναμε.

εγώ διάλεξα να ξοδευτώ.
πάνω απο την στάχτη.
που τυλίγει το κορμί μου.
και βουλώνει τισ ρωγμές.
του ραγισμένου μου ουρανού.
εγώ διάλεξα να κυλιστώ.
σε αγκάθια να τρυπίεμαι.
εγώ διάλεξα να ξοδευτώ.
σε χάρτινους κανόνες.
και σ’ενα παραπεταμένο ολοκαύτωμα.
σε μουσικές που μοιάζουνε με κλάμα.
σε μια περήφανη κούραση.
διάφανα τα τραύματα μου.
θεριά ανήμερα.
και θα με φάνε.

εγώ διάλεξα να γίνω.
δειλή.
να μου μιλάς ήθελα μόνο.
και να ξεχνάω.
τι γίνομαι.

μα κουράστικα να ξοδευόμαι.

Posted by mpo0l4coP in 02:10:34 | Permalink | No Comments »

Monday, November 23, 2009

Το γαϊτανάκι.

hand_by_alkekenge

Λέξεις που μοιάζουν.

Μοιάζουν μεταξύ τους.

Σαν δύο σταγόνες.

Από το ίδιο μουχλιασμένο νερό.

Δύο άνθρωποι.

Διαμετρικά αντίθετοι.

Ψέλλισαν.

Και οι δύο ψέλλισαν.

Τις ίδιες λέξεις.

Υπομονή.

Και κατανόηση.

 

Ο ένας χάθηκε.

Ένα ξημέρωμα από αυτά που αργούν.

Τον βρήκα νεκρό.

Κάτω απ΄ το κρεβάτι μου.

Ο άλλος, ανέλαβε να κρύψει το πτώμα.

Ανέλαβε να το ξεφορτωθεί.

 

Σε ένα μπαούλο.

Σε μια αποθήκη.

Με το χέρι να κρέμεται.

Σάπιο και σε αποσύνθεση σώμα.

Και το χέρι να κρέμεται.

Ροδαλό.

Σαν να μην το άγγιξε ο θάνατος.

 

Κρατάω το χέρι.

Είναι ζεστό.

Του σπάω τα δάχτυλα.

Του βγάζω τα νύχια.

Με μια πένσα.

Δεν στάζει αίμα.

Δεν στάζει ψυχή.

 

Κάθε βράδυ.

Το χέρι κρέμεται.

Ολοζώντανο.

Του σπάω τα δάχτυλα.

Του βγάζω τα νύχια.

Με μια πένσα.

Δεν στάζει αίμα.

Δεν στάζει ψυχή.

Δεν στάζει μετάνοια.

 

Δηλητήριο στάζει.

 

 

Αυτό το χέρι.

Περιφέρεται σήμερα.

Ανάμεσα στους ζωντανούς.

Και του σπάνε τα δάχτυλα.

Του βγάζουν τα νύχια.

Με μια πένσα.

 Δηλητήριο στάζει.

 

Το χέρι αυτό.

Πεθαίνει βουβό.

Ανάμεσα σε εμένα.

Και σε εσένα.

Πεθαίνει ανάμεσα μας Βαγγέλη.

 

Και εσύ.

Του σπας τα δάχτυλα.

Του βγάζεις τα νύχια.

Ένα φιλί και νύχι.

 

Και του αξίζει.

 

Δεν στάζει αίμα.

Δεν στάζει ψυχή.

 

Ο καθημερινός του θάνατος.

Του αξίζει.

 

Δεν στάζει αίμα.

Δεν στάζει ψυχή.

 

 

Υ.Γ. : Όσοι αγαπούν αληθινά δεν γυρίζουν πίσω για να μην τυχόν πληγώσουν με την παρουσία τους αυτόν που πλήγωσαν όταν έφυγαν.

Posted by mpo0l4coP in 22:52:16 | Permalink | No Comments »

Ο άλλος πλανήτης

4b550efea830cc7c64fba334392e8502

Μέρος Β

Φοβάμαι πως θα με καταλάβουν. Με λούζει κρύος ιδρώτας σε κάθε πνιχτή, κρυφή μου ανάσα. Στάζει στα βρώμικα παπούτσια μου.

Πάντα, όταν περπατούσα στους δρόμους, ήμουν μια σκιά για τους ανθρώπους, μόνον εγώ μπορούσα να τους δω. Τώρα όμως είμαι πιο εκτεθειμένος από ποτέ. Νιώθω γυμνός και απροστάτευτος σε κάθε βλέμμα τους, φοβάμαι μην με καταλάβουν.

Δεν βγαίνω συχνά από το σπίτι, φοβάμαι μην με καταλάβουν, μην με προδώσει κάποια κίνηση.

Είναι και οι μπάτσοι, μας έχουν γαμήσει στις περιπολίες, έχουν ξεχυθεί στην γειτονία και όλο ρωτάνε, ρωτάνε, ρωτάνε. Εχθές τους ξέφυγα με μεγάλη επιτυχία, μα δεν μπορώ να το ρισκάρω.

Έχω φοβερή αγωνία, τα βράδια δεν κοιμάμαι. Ξαπλώνω στο βρώμικο στρώμα μου και φτιάχνω ιστορίες. Μένω εκεί, με γουρλωμένα μάτια ώρες πολλές.

Τα βράδια δεν κοιμάμαι. Όχι, όχι δεν έχω τύψεις. Δεν μετανιώνω για την πράξη αυτή. Δεν μετανιώνω για τον φόνο της, το άξιζε η σκύλα.

Πως θα μπορούσα να μετανιώσω για μια τόσο ηδονική πράξη.

Μα να… είναι που πρέπει να προσέχω της κινήσεις μου. Να έχω καθαρό μυαλό.

Δεν έχω καθαρό μυαλό εγώ, μόνο θολούρες.

Μα, με εξιτάρει το κρυφτούλι, με εξιτάρει όταν η μανάβισσα μου δίνει τα ρέστα στο χέρι τόσο ανέμελα, σχεδόν όσο ανέμελα θα μπορούσα να την ξεκοιλιάσω.

Να κόψω τα άντερα της σε μικρά κομματάκια και να διακοσμήσω το σαλόνι μου.

Σχεδόν όσο ανέμελα θα τραβούσα μαλακία μπροστά στο νεκρό, χοντρό και ξεκοιλιασμένο κορμί της.

Σχεδόν όσο ανέμελα θα έχυνα στο κρύο από την θανατίλα πρόσωπο της.

Οι άνθρωποι που πεθαίνουν βίαια δεν μοιάζουν στο πρόσωπο τους.

Πεθαίνουν με δανεικό πρόσωπο, πρόσωπο που τους δανείζει ο φόβος.

Το αποφάσισα.

Θα το κάνω ξανά.

Posted by mpo0l4coP in 22:29:35 | Permalink | Comments (1) »

Wednesday, November 18, 2009

Sense zero.

db7f590fd6a9b02c5c36f8e511b201bb1

Είναι η γλυκιά μελωδία του ποδηλάτη.

Δευτέρα, πάνω σ’ ένα πάγκο από χάρτινες κούτες.

Είναι ο ήχος της κόρνας του.

Και ο μετανάστης που αντιλαλεί την πραμάτεια του.

 

Είναι οι κραυγές μέρα και νύχτα.

Τα κορμιά που σέρνονται.

Ξεπουλάνε την συμπόνια.

Τα αγοράζω για ένα πακέτο τσιγάρα.

 

Είναι μυστικές συναντήσεις σε ανήλιαγα στενά.

Μάρτυρες τα κλειστά παραθυρόφυλλα.

Είναι ένα πανέρι από περασμένα.

Ξεχασμένα από τα βλέμματα.

 

Είναι αυτοί που μάταια αυτοαποκαλούνται αναρχικοί.

Άφθονο γέλιο προκαλούν.

Και κάποιο σπασμένο κάθισμα σε ένα γήπεδο.

Είναι αυτοί, που τους λυπάμαι.

 

Κάνανε τον ήλιο θυσία, στον βωμό του τσιμέντου.

Και οι μέρες μου είναι νεκρές.

Αγνές ψυχές μεταλαμβάνουν μαύρο αίμα και σάπιο άρτο.

Και αύριο, θα γίνουν σαν και μένα.

 

Είναι η ταραγμένη όψη της ώρας.

Που πέρασε και δεν άγγιξε κανέναν.

Είναι και τα δευτερόλεπτα, που γίνανε στιγμές για να θυμάμαι.

Εδώ, είναι το γκέτο της ατέλειας.

 

Πως με κοιτάζουν έτσι οι σακατεμένοι, λες και φταίω για την πτώση τους.

Ένα γήπεδο ολάκερο με δείχνει.

Κλείνουν τα μάτια με τα χέρια τους και με σημαδεύουν με τα δάχτυλα τους.

Σακατεμένοι και τυφλοί.

 

Είναι το πλαστικό κύπελλο με τον καπουτσίνο – αυτός στο φακελάκι – που έγινε συνώνυμο της αϋπνίας.

Δεν έπαιξα τον ρόλο μου σωστά.

Και δεν μου ταίριαξε ποτέ τούτος ο κόσμος.

Και γλιστράω απαλά τώρα, σε μια τυχαία θύελλα.

 

Είναι οι δανεικές απολογίες.

Και οι ιδανικές επαναφορές της άγνοιας.

Είναι τα δεκανίκια ενός συστήματος που παραληρεί και παραλύει.

Και πρέπει να βρω τρόπο να τους μοιάσω.

 

Οι πόρτες κλείσανε – με ένα μεγάλο μπαμ – και σπάραξα.

Τα φώτα σβήσανε.

Ξεκοιλιασμένα όνειρα, στα σύνορα, στις γραμμές του τρένου.

Όπως πάει για Ομόνοια.

 

Είναι εκεί που ξέρασα την ατυχία μου ένα βράδυ.

Και που δεν υπέγραψα για την εκτέλεση μου.

Είναι που αποζητώ τα απρόσωπα μόρια και την ζητιανιά.

Δεν θέλω ρε.

Δεν θέλω.

Δεν θέλω μπαμπούλες πάνω από το κεφάλι μου.

Ούτε αγάλματα να με ξυπνάνε τις νύχτες.

Ούτε να τιμωρώ την ξεχασιάρα μου συνείδηση θέλω.

 

 

Μισολιωμένη πια στην άκρη της κάμαρας η σκιά μου.

Πιωμένη και βρωμερή.

Με αγκαλιάζει.

Τρυφερά και βίαια συνάμα.

Με έγδυσε.

Με βίασε.

Το σώμα μου.

Το μυαλό μου.

Με βίασε, το ακούτε ;

Δεν έχει τελειωμό.

Με βίασε, το ακούτε ;

 

 

Υ.Γ. : Για μένα τέχνη είναι η γύμνια.

Θέλει κότσια.

Posted by mpo0l4coP in 19:09:21 | Permalink | No Comments »

Wednesday, November 4, 2009

Ο άλλος πλανήτης.

blue_planet_by_unclebe

Το άρωμα της μου τσίτωσε τα νεύρα και ο ήχος από τα τακούνια της μου έσπασε τα τύμπανα. Σκύλα, λάθος επιλογή. Είναι 7.30 το πρωί.

Την πλησίασα αθόρυβα και απλά της έχωσα το μικρό και καλά ακονισμένο μου μαχαίρι στο κρανίο. Ησυχία.

Άκουσα το τρένο. Έπρεπε να την κάνω γρήγορα. Την άφησα εκεί, στα αρχίδια μου. Πήγα χωρίς καμία στάση στο σπίτι. Άνοιξα το μικρό τρανζίστορ και στήθηκα εκεί.

Στις επόμενες δύο ώρες κάποιος θα την έχει βρει και θα ακούσω νέα της.

Χαμογελάω.

Κανείς δεν θα υποψιαστεί έναν μικρό γραφιά. Κανείς δεν με είδε και ποτέ δεν είχα σχέση μαζί της.

Τι κρίμα που κανείς αστυνομικός δεν θα μου χτυπήσει την πόρτα.

Ευτυχώς βέβαια, γιατί δεν θα έχω τίποτα στο σάπιο μου ψυγείο να τον κεράσω.

Και ξέρω πως πρέπει να είμαι ευγενικός με τα όργανα της τάξης.

Δεν έχω και νερό. Μου το έχουν κόψει καμιά εβδομάδα τώρα.

Δεν πίνω πολύ νερό, δεν μου αρέσει.

 

Δεν φταίω εγώ. Ήταν η συγκυρία τέτοια και δεν είχα άλλη επιλογή.

Αυτή η σκύλα με τους επαναλαμβανόμενους ήχους και τα μυστήρια αρώματα, έπρεπε να πεθάνει.

Κανείς δεν θα υποψιαστεί έναν μικρό γραφιά. Κανείς δεν με είδε και ποτέ δεν είχα σχέση μαζί της.

 Τι κρίμα που κανείς αστυνομικός δεν θα μου χτυπήσει την πόρτα.

Τι κρίμα που δεν υπάρχει στην χώρα που ζω θανατική ποινή.

Εγώ, μερικές φορές σκέφτομαι τον λιθοβολισμό μου και τρίβω με την παλάμη και τα μακριά μου δάχτυλα το πέος μου. Εξπερματώνω και μόνο στην ιδέα του πλήθους που ζητωκραυγάζει για μένα και του ήχου της πέτρας καθώς που σπάει τα κόκαλα.

Χαμογελώ.

Posted by mpo0l4coP in 17:27:17 | Permalink | No Comments »

Wednesday, October 14, 2009

Δεν είμαι εγώ στρατιωτάκι

tick_tock____by_fadinglilies

Αμίλητο, ακούνητο, αγέλαστο.

 

 

Εντάξει.

Στάθηκα σε ένα βρώμικο δρόμο.

Στάθηκα τυχερή.

Να νιώσω.

Εντάξει.

Μέσα σε ρεύματα γεμάτα, ξάπλωσα.

Να νιώσω ήθελα.

Κοντοστάθηκα.

Να πάρω μιαν ανάσα.

Σε νεκρές πόλεις.

Με ζωντανές περιπολίες.

Μέσα στην σιωπηλή ομορφιά.

Ξάπλωσα για λίγο.

Στο πιάτο της έγκαιρης προέλευσης.

Εξάλλου, όλο διαδρομές είμαι.

Εντάξει.

Η μουσική που παίζει στο κεφάλι μου.

Και παίζει στην καρδιά μου.

Δεν ξεσηκώνει.

Εμένα μου άρεσε να τραγουδώ.

Και σκόρπια πράγματα να λέω.

Μου άρεσε να μένω ανεπηρέαστη.

Βουτιές να κάνω στα πιο ανθρώπινα παιχνίδια.

Ξέπεσα και έγινα φονιάς.

Εντάξει.

Δεν ήταν βαριά η θεραπεία μου.

Μα ασήκωτη φάνταζε στις πλάτες μου.

Εντάξει.

Για μια φορά με έπεισες.

Να ζήσω την κατάρα.

Το ήξερα σαφώς πως θα έρθει πανδημία.

Εγώ τα χάλασα τα σωθικά μου.

Αδέρφια μου τα κρύα σύρματα.

Καρφωμένα σε λουλούδια.

Στις νύχτας τα σπρωξίματα, εσύ είσαι αυτός που χάνεται.

Ο ήχος του γυαλιού που σπάει.

Και το αλκοόλ ποτίζει τα καλύμματα.

Εντάξει, θα σε κλέψω.

Θα κλέψω ότι μου χρωστάς.

Είναι κομμάτια του εαυτού μου.

Είναι κομμάτια από χαρτί.

Είναι γραμμόφωνο τα χρόνια.

Χάρτης για θησαυρό.

Εντάξει.

Ήθελα και εγώ να αγγίξω.

Απαγορεύεται το περπάτημα στις γεύσεις.

Μα δεν μπορούσα.

Παρακαλώ κλείστε τα μάτια.

Κλείστε τα αυτιά.

Μικρό παιδί και ανυποψίαστο.

Κρυσταλλωμένη σταγόνα.

Εντάξει.

Ίσως τελείωσαν αυτά.

Αλήθεια.

Φοβάμαι δεν το κρύβω.

Τρέμω τα βράδια.

Δεν κοιμάμαι.

Τον έχασα τον δρόμο.

Ξέρασα την κληρονομιά μου σε μια γωνιά.

Ξέχασα.

Εντάξει.

Είμαι αυτό που είμαι.

Είμαι η πραγματικότητα.

Και πόσο πολύ φοβάμαι.

Δεν είμαι αυτό που είμαι.

Δεν είμαι αυτό που φαίνομαι.

Γίνομαι.

Και φοβάμαι.

Posted by mpo0l4coP in 19:29:30 | Permalink | Comments (1) »

Αποστειρωμένες γάζες

forever_may_not_be_long_enough_by_kenns

[κεφάλαιο 5]

 

 

-         γιατρέ, πνίγομαι από σκέψεις. Πρέπει να εκδικηθώ.

-         Ποιόν?

-         Τον άνθρωπο που με δημιούργησε. Τον άνθρωπο που με μετέτρεψε σε πλάσμα ικανό να δει, να ακούσει, να καταλάβει, να νιώσει. Τον άνθρωπο που με έκανε το τέρας που είμαι.

-         Μα αυτές οι ικανότητες μπορούν να θεωρηθούν χρήσιμες και αποτελούν προτέρημα για έναν άνθρωπο.

-         Όχι, πρέπει να εκδικηθώ.

-         Έχω καταστρώσει σχέδια, πολλά. Όταν θα βρω το ιδανικό, θα τολμήσω.

-         Είναι καιρός να απαλλαχθείς από τις εμμονές σου.

-         Δεν είμαι ψυχωτικός, αυτό έμαθα. Χτύπα και φύγε. Σώπασε και μείνε.

-         Έχεις αξιοζήλευτη ζωή. Δουλεία που σε ευχαριστεί, μια γυναίκα που σε αγαπά ελεύθερο χρόνο να κάνεις ότι επιθυμείς. Έχεις την χάριετ.

-         Ναι, έχω την χάριετ.

-         Διακρίνω μια αχαριστία. Αλήθεια, δεν έχεις βαρεθεί τον πληθυντικό?

-         Όχι.

-         Η εκδίκηση θα σε οδηγήσει πίσω από όπου ξεκίνησες. Δεν θα νιώσεις αλλιώτικα. Πρέπει να απαλλαχθείς από τις εμμονές.

-         Δεν σε πληρώνω για να τονίζεις τις αδυναμίες μου.

-         Και όμως. Ο χρόνος μας έληξε.

-         Ευχαριστώ γιατρέ. 

-         Πάλεψε τις εμμονές.

-         Καληνύχτα.

Posted by mpo0l4coP in 19:01:51 | Permalink | Comments (2)