Sense zero.

Είναι η γλυκιά μελωδία του ποδηλάτη.
Δευτέρα, πάνω σ’ ένα πάγκο από χάρτινες κούτες.
Είναι ο ήχος της κόρνας του.
Και ο μετανάστης που αντιλαλεί την πραμάτεια του.
Είναι οι κραυγές μέρα και νύχτα.
Τα κορμιά που σέρνονται.
Ξεπουλάνε την συμπόνια.
Τα αγοράζω για ένα πακέτο τσιγάρα.
Είναι μυστικές συναντήσεις σε ανήλιαγα στενά.
Μάρτυρες τα κλειστά παραθυρόφυλλα.
Είναι ένα πανέρι από περασμένα.
Ξεχασμένα από τα βλέμματα.
Είναι αυτοί που μάταια αυτοαποκαλούνται αναρχικοί.
Άφθονο γέλιο προκαλούν.
Και κάποιο σπασμένο κάθισμα σε ένα γήπεδο.
Είναι αυτοί, που τους λυπάμαι.
Κάνανε τον ήλιο θυσία, στον βωμό του τσιμέντου.
Και οι μέρες μου είναι νεκρές.
Αγνές ψυχές μεταλαμβάνουν μαύρο αίμα και σάπιο άρτο.
Και αύριο, θα γίνουν σαν και μένα.
Είναι η ταραγμένη όψη της ώρας.
Που πέρασε και δεν άγγιξε κανέναν.
Είναι και τα δευτερόλεπτα, που γίνανε στιγμές για να θυμάμαι.
Εδώ, είναι το γκέτο της ατέλειας.
Πως με κοιτάζουν έτσι οι σακατεμένοι, λες και φταίω για την πτώση τους.
Ένα γήπεδο ολάκερο με δείχνει.
Κλείνουν τα μάτια με τα χέρια τους και με σημαδεύουν με τα δάχτυλα τους.
Σακατεμένοι και τυφλοί.
Είναι το πλαστικό κύπελλο με τον καπουτσίνο – αυτός στο φακελάκι – που έγινε συνώνυμο της αϋπνίας.
Δεν έπαιξα τον ρόλο μου σωστά.
Και δεν μου ταίριαξε ποτέ τούτος ο κόσμος.
Και γλιστράω απαλά τώρα, σε μια τυχαία θύελλα.
Είναι οι δανεικές απολογίες.
Και οι ιδανικές επαναφορές της άγνοιας.
Είναι τα δεκανίκια ενός συστήματος που παραληρεί και παραλύει.
Και πρέπει να βρω τρόπο να τους μοιάσω.
Οι πόρτες κλείσανε – με ένα μεγάλο μπαμ – και σπάραξα.
Τα φώτα σβήσανε.
Ξεκοιλιασμένα όνειρα, στα σύνορα, στις γραμμές του τρένου.
Όπως πάει για Ομόνοια.
Είναι εκεί που ξέρασα την ατυχία μου ένα βράδυ.
Και που δεν υπέγραψα για την εκτέλεση μου.
Είναι που αποζητώ τα απρόσωπα μόρια και την ζητιανιά.
Δεν θέλω ρε.
Δεν θέλω.
Δεν θέλω μπαμπούλες πάνω από το κεφάλι μου.
Ούτε αγάλματα να με ξυπνάνε τις νύχτες.
Ούτε να τιμωρώ την ξεχασιάρα μου συνείδηση θέλω.
Μισολιωμένη πια στην άκρη της κάμαρας η σκιά μου.
Πιωμένη και βρωμερή.
Με αγκαλιάζει.
Τρυφερά και βίαια συνάμα.
Με έγδυσε.
Με βίασε.
Το σώμα μου.
Το μυαλό μου.
Με βίασε, το ακούτε ;
Δεν έχει τελειωμό.
Με βίασε, το ακούτε ;
Υ.Γ. : Για μένα τέχνη είναι η γύμνια.
Θέλει κότσια.








