Οι μέρες στο κρεβάτι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Απο μικρό παιδί θυμάται την σκέψη του να τρέχει. Την παρομοίαζε με ένα μικρό ξανθό αγόρι,
με σβησμένα χαρακτηριστικά. Θυμάται καθαρά την εικόνα. Ένα λιβάδι γεμάτο μαργαρίτες, ένα λιβάδι
χωρίς τελειωμό. Το ξανθό αγόρι να τρέχει να ξεφύγει και καθώς οι μαργαρίτες αγγίζουν το παδικό
του σώμα, αυτό διαχωρίζεται σε χιλιάδες όμοια ξανθά αγόρια, πάντα με σβησμένα χαρακτηριστικα.
Απο παιδί θυμάται, έτρεχε η σκέψη του. Στο σχολείο ήταν ατίθασος και είχε έλλειψη
συγκέντρωσης. Οι δάσκαλοι τον χαρακτηριζαν φαντασιόπληκτο μα αυτός πάντα χαμογελούσε.
Κοιτάζει με αγωνία τον καθρέπτη. Που πήγε αυτό το χαμογελαστό αγόρι; Πόιος είναι
αυτός ο σκυθρωπός άντρας; Ψιλαφίζει μια μια τις ρυτίδες του προσώπου αυτού και τα δάκρυα του
καίνε τα μάγουλα.Χαρακτηριστικά που παραμένουν σβησμένα και τα ξανθά μαλλιά έχουν πλέον
γκριζάρει. Οι σακούλες στα μάτια μαρτυράνε την ηλικία του, κουρασμένη ηλικία. Τον ξέρει καλά
αυτόν τον σκυθρωπό άντρα. Μοιραστήκανε μαζί τα βαθύτερα μυστικά, την σκέψη του που ακόμη τρέχει.
Το ξέρει καλά αυτό το πρόσωπο και καθώς αγγίζει τις ρυτίδες του, τις ονομάζει.
Ονόματα απο ένα ξεχασμένο παρελθόν, μια πληρωμένη αιωνιότητα. Αυτό ήταν το τίμιμα λοιπόν, μια ρυτίδα για κάθε ψυχη
που πλήγωσε, για κάθε άνθρωπο που σημάδεψε, για κάθε μοίρα που σακάτεψε.
Απο παιδί έτρεχε η σκέψη του. Θυμάται να κάθεται βαριεστημένα, πάντα στα πίσω θρανία της άιθουσας και
όταν τον ρώταγαν τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει απάντουσε με υπερηφάνεια: άνθρωπος.
Τώρα λοιπόν ανάμεσα σε χαλάσματα, έναν καθρέπτη και αρκετά χιλιόμετα μακρία απο την Αθήνα,
αναρωτιέται αν το πετυχε.
Αυτό ήταν λοιπόν το τίμιμα για όλη την ζημία που προκάλεσε; Η αμφιβολία έγινε ο μεγαλύτερος
εχθρός του. Η αμφιβολία κομμάτιασε κάθε τι ανθρώπινο μέσα του, κατασπάραξε τα σωθικά του.
Η αμφιβολία λοιπόν, ζιζάνιο που μόλυνε το μυαλό του.
Αυτός πάντα μπορούσε να κοιτάζει ένα αντικέιμενο και να βλέπει μέσα σε αυτό, η μέσα απο αυτό.
Το ίδιο έκανε και με τους ανθρώπους.
Η νεαρή κοπέλα ανοιγόκλεισε τα μάτια και με μια γροθιά έσπασε τον καθρέπτη.
Ξύπνησε καταϊδρωμένη και γεμάτη πανικό. Αυτός ήταν στο μπαλκόνι και αγνάντευε την θάλασσα.
- Είδα ένα προφητικό όνειρο.
- Το γνωρίζω.
- Μια μέρα θα φύγουμε από αυτό το ξεθωριασμένο δωμάτιο.
- Και αυτό το γνωρίζω.
- Τι κόλπα παίζετε;
- Υπάρχει μια προετοιμασία.
- Τι άλλο ξέρετε;
- Μια μέρα θα γίνεις σαν και μένα.
- ΑΥΤΟ ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ, ούρλιαξε η νερή κοπέλα και έτρεξε στο μπάνιο.
Δεν ήθελε να κλαίει μπροστά του. Το μισούσε αυτό το μπάνιο. Όλα τα μισούσε. Και το μπάνιο και το λευκό δωμάτιο
και το μπαλκόνι με θέα την θάλασσα. Μισούσε τον εαυτό της και τον άρρωστο άντρα.
Είχε όμως μια ακατανίκητη λατρεία στην αρρώστια του. Ένιωθε την ανάγκη να την μελετήσει. Κοίταξε κλεφτά τον
καθρέπτη, το ίδιο πρόσωπο, ο σκυθρωπός άντρας.
Όταν βγήκε απο το μπανιο, ο άντρας ήταν ξαπλωμένος γυμνός στο κρεβάτι.
- Δείνχεις αναστατωμένη.
- Η θάλασσα με μεναγχολέι.
- Ξάπλωσε δίπλα μου.
Αυτή έβγαλε την μάυρη σατέν ρόμπα της με μία κίνηση και κούρνιασε στην αγγαλιά του.
Αυτός έδειχνε πολύ κουρασμένος.
- Η αρρώστια σαν κερδίζει όλο και πιο πολύ. Έφτασε στα μάτια σας, στην φωνή σας.
Ο άντρας δεν μίλησε, έγνεψε καταφατικά και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Κοιμήθηαν με την πόρτα της βεράντας
ανοιχτή. Ο αέρας την θάλσσας ανανέωσε το δωμάτιο, ανανέωσε την σχέση τους.










